Τα παιδιά με τις Διπλές Ταυτότητες

15.11.2018

Ζώντας στο Βερολίνο εδώ και σχεδόν 4 χρόνια άρχισα να σκέφτομαι πού πραγματικά ανήκω. Αλλά ας πιάσουμε το νήμα από λίγο νωρίτερα. Όταν πρωτοήρθα στη Γερμανία δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ότι το δικό μου ανήκειν βρίσκεται πίσω στην Ελλάδα, στους φίλους μου και τους λοιπούς δικούς μου ανθρώπους. Όχι μόνο από εθνικής απόψης αλλά και λόγω εμπειρίας και προσωπικών βιωμάτων. Στην Ελλάδα πέρασα ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής μου που ήταν η παιδική μου ηλικία και τα φοιτητικά μου χρόνια.

 

 

Ο πρώτος χρόνος στο Βερολίνο ήταν παράξενος αλλά και συναρπαστικός. Καινούργιες παρέες, καινούργιο περιβάλλον και άλλη γλώσσα. Ο τρόπος επικοινωνίας ήταν ιδιαίτερος, κάθε καινούργια γνωριμία ήταν και ένας καινούργιος πολιτισμός. Σε κάθε γωνιά της πόλης ανακάλυπτες και μια άλλη ιστορία. Οι πληροφορίες ήταν τόσο πολλές που μέσα σε μερικούς μήνες νόμιζες ότι είχες ζήσει εκεί έτη ολόκληρα. Πολλές φορές λειτουργούσε και αντίστροφα, η ψυχή σου ήταν τόσο φορτωμένη από το βάρος της συνεχούς πληροφορίας, που νόμιζες πως ο χρόνος κυλούσε βασανιστικά αργά. Αυτό δεν είναι παράξενο αν σκεφτείς πως η ενέργεια που σπαταλούσες ήταν τόση πολλή σε μικρό χρονικό διάστημα όπου η μέρα σου φαινόταν ατελείωτη και τα αποθέματα σου πολύ λίγα μπροστά σ’ αυτόν τον «Λεβιάθαν» της καινούριας ζωής.

 

 

 

 

 

Ο χρόνος όμως κυλούσε, οι δυσκολίες μειώνονταν, η προσαρμογή όλο και βελτιωνόταν. Ο Λεβιάθαν μίκρυνε, έγινε ένα μικρό τερατάκι και έπειτα ένα μικρό σκαθάρι που σε ενοχλούσε μόνο πού και πού. Ο νέος αυτός τόπος γίνεται ο τόπος σου. Μόνο που μαζί με την καινούργια χώρα κουβαλάς και μια καινούρια κουλτούρα. Η γλώσσα από μόνη της κουβαλά τη δική της ιστορία, τον δικό της τρόπο σκέψης και ο ομιλητής της ενσωματώνει αυτά τα στοιχεία. Ο Άντερσον* λέει πως            

                      τα έθνη αποτελούν φαντασιακές κοινότητες υπο την έννοια ότι κουβαλάμε την έννοια του ανήκειν σε μια κοινότητα που έχουμε χτίσει φαντασιακά εφόσον ούτε γνωρίζουμε όλα τα μέλη της ούτε πολλές φορές λειτουργεί με όρους κοινότητας.

                                                                                                                           Παρ' όλα αυτά φέρουμε τη φαντασιακή κοινότητα μέσα μας και στη συναναστροφή μας με άλλους λαούς και πολιτισμούς, υπό την έννοια ότι χτίζουμε πολιτιστικές ταυτότητες μέσα σ' αυτές που μας διέπουν και μας καθορίζουν καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας. Τα τελευταία χρόνια περισσότεροι, ειδικά από νοτιοευρωπαϊκές χώρες, μεταναστεύoυν κι εμείς αποτελούμε μέρος τους. Το παράξενο στη διαδικασία της μετανάστευσης είναι ότι παρόλο που η νέα γενιά μεταναστών δεν φέρει τα χαρακτηριστικά της παλαιότερης γενιάς [δεκαετία ’60, ’70] όσον αφορά τις συνθήκες εργασίας, διαβίωσης και προσόντων, διακρίνονται κάποια κοινά στοιχεία ως προς τον τρόπο που αντιλαμβάνονται την ταυτότητά τους.

 

 

Η νέα γενιά μεταναστών [ιδιαίτερα της τελευταίας δεκαετίας, από τότε που ξέσπασε η κρίση] γεννήθηκε μέσα στην παγκοσμιοποίηση, σε μια εποχή που οι εντός των ορίων της ΕΕ ταξιδεύουν μόνο με ταυτότητα. Σε μια εποχή όπου η δημιουργία «κοινής αγοράς» προβλέπει ελευθερία κίνησης αγαθών, εμπορευμάτων, υπηρεσιών, κεφαλαίων. Παρότι λοιπόν οι αποστάσεις πλέον φαντάζουν πολύ πιο κοντινές και η επαφή και η επικοινωνία με άλλους πολιτισμούς πολύ πιο εύκολη, η ταυτότητα παραμένει διχασμένη. Φαίνεται ότι παρόλη την ομογενοποίηση αγαθών, υπηρεσιών αλλά και τρόπου σκέψης και πολιτιστικών χαρακτηριστικών [δυτικοποίηση], οι ταυτότητες πολλές φορές παραμένουν πολλαπλές. Επαναφέροντας τη συζήτηση στο σημείο εκκίνησης αυτού του άρθρου, πολλοί από μας που αποφασίσαμε να αρχίσουμε μια νέα ζωή στο Βερολίνο κουβαλάμε τις διπλές μας ταυτότητες σαν τα σπίτια μας. Διότι η ταυτότητα στο επίπεδο ταύτισης του εαυτού μας με κάτι, του αυτοπροσδιορισμού μας απέναντι στις καταστάσεις και στην κοινωνική πραγματικότητα που βιώνουμε, συνδέεται πολύ βαθιά εκτός των άλλων και με την οικειοποίηση του χώρου όπου ζούμε.

 

 

Σαν τους σαλίγκαρους που κουβαλούν το καβούκι τους έτσι κι εμείς κουβαλάμε το σπίτι μας με την ευρύτερη έννοια του όρου σε διαφορετικές μεριές σαν έναν δικό μας οικείο χώρο. Επειδή όμως με τη διαμονή μας για αρκετό διάστημα εκτός της αρχικής μας βάσης χτίζουμε κι άλλα σπίτια, οικειοποιούμαστε και άλλους χώρους, γινόμαστε σιγά-σιγά τα παιδιά με τις διπλές ταυτότητες. Τα παιδιά που κουβαλούν το παλιό τους σπίτι, με ό,τι συμπεριλαμβάνει αυτό [φίλους, δουλειά, οικογένεια, πολιτισμό] αλλά φέρουν και το καινούργιο. Άλλες φορές αυτά γίνονται φορτία αβάσταχτα με διλήμματα και προβληματισμούς για το διχασμό που επιφέρουν, κι' άλλες φορές κιβώτια ελαφριά, χρωματιστά με όμορφες αναμνήσεις και πόθο για το ανεξερεύνητο ακόμα σπίτι.

 

 

 

*Άντερσον, Μπένεντικτ [1997]. Φαντασιακές κοινότητες. Στοχασμοί για τις απαρχές και τη διάδοση του εθνικισμού. Αθήνα: Νεφέλη. ISBN 960-211-311-1, [σελ. 26-28].

 

 

 

Myrto Christodoulou

bxc-team

Share on Facebook
Share on Twitter
Please reload

Please reload